Dreamerland

Σκέψεις, λέξεις, όνειρα…

Όλα ή τίποτα

loneliness.jpgΜεταβατικά πριν από κάθε σκηνή ακούγεται το Wild is the wind

Σκηνή 1η
Δωμάτιο γηροκομείου. Ένα κρεβάτι, ένα τραπεζάκι και δυο καρέκλες. Βράδυ.

Γιαγιά: (αφηρημένα) Τόσα χρόνια τον ρωτάω κάθε βράδυ.
Στράτος: Ποιον γιαγιά;
Γιαγιά: Κάθε βράδυ η ίδια ερώτηση.
Στράτος: Τι ρωτάς; Ποιον;
Γιαγιά: (σα να επιστρέφει στην πραγματικότητα) Τίποτ’ αγόρι μου. Τον κανένα. Τον αγέρα.
Στράτος: Και περιμένεις απάντηση απ’ τον αέρα;
Γιαγιά: Κάθε βράδυ.

(παύση)

Στράτος: Και δεν βαρέθηκες να περιμένεις γιαγιά;
Γιαγιά: Τα ψέματα βαρέθηκα, όχι να περιμένω.

Σκηνή 2η
δρόμος, σούρουπο

Βαγγέλης: Δεν σε καταλαβαίνω.
Στράτος: Τι δεν καταλαβαίνεις ρε ξάδερφε;
Βαγγέλης: Γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να βγούμε έξω; Τα σιχαίνομαι τα εστιατόρια. Όλο βρωμιές και τόσος κόσμος… Γιατί να μην πάμε σπίτι μου;
Στράτος: Ρε Βαγγέλη τάπαμε, πάλι θα τα λέμε; Γριά γυναίκα είναι, ολομόναχη, κλεισμένη κειμέσα… Όχι ποια είναι η διασκέδασή της; Για πες. Βόλτα στον κήπο με τη μαγκούρα και ξερή μέχρι τις 10; Και μετά συσκότιση, σα φυλακή. Μια μέρα το χρόνο έχει κι αυτή η φουκαριάρα να βγει λίγο έξω, να δει κόσμο…
Βαγγέλης: Όταν είσαι με το ένα πόδι στον τάφο δεν γιορτάζεις γενέθλια.
Στράτος: Μην είσαι τέτοιος ρε. Και στο κάτω κάτω, δεν σε ζόρισε κανείς. Αφού δε γούσταρες γιατί το υποσχέθηκες;
Βαγγέλης: Τη λυπήθηκα…
Στράτος: Ε τότε κόψε τη μουρμούρα και προχώρα.

(προχωρούν για λίγο σιωπηλοί, σταματούν πάλι)

Στράτος: Εσύ τι θα ’κανες στη θέση της;
Βαγγέλης: Τι εννοείς;
Στράτος: Αν ήσουν κλεισμένος σ’ ένα γηροκομείο και δεν είχες τίποτα να περιμένεις.
Βαγγέλης: Δεν ξέρω, δεν το έχω σκεφτεί.
Στράτος: Εγώ δεν θ’ άντεχα.
Βαγγέλης: Θ’ αυτοκτονούσες;
Στράτος: Μπορεί. Απ’ το να περιμένω το θάνατο…
Βαγγέλης: Θυμάμαι τη γιαγιά που έλεγε πως όταν η ψυχή λυσσάει και βγαίνει απ’ το σώμα πριν την ώρα της γίνεται ξερόδεντρο και σπάει με τον αέρα και χύνει μαύρο αίμα κι ουρλιάζει απ’ τους πόνους αλλά κανείς δεν απαντάει στις φωνές της.
Στράτος: Μαλακίες. Λόγια των παπάδων να τρομάζουν τους ανόητους.

(προχωρούν για λίγο σιωπηλοί, σταματούν)

Στράτος: Νάτη, έρχεται.
Βαγγέλης: Η γιαγιά πιστεύει ότι η ζωή είναι ωραία με τα όλα της. Μην της το χαλάσεις σήμερα με τέτοιες κουβέντες…

Σκηνή 3η
Στο σπίτι του Βαγγέλη. Το δωμάτιο μοιάζει πολύ με το δωμάτιο του γηροκομείου. Βράδυ.
Ο Βαγγέλης κάθεται τραπέζι. Μπροστά του ένα πιάτο με φαγητό, μια φρατζόλα ψωμί, ένα μπουκάλι κρασί κι ένα άδειο ποτήρι. Κόβει το ψωμί σε μικρές μικρές μπουκιές. Γεμίζει όλο το τραπέζι μ’ αυτές. Όταν τελειώνει γεμίζει το ποτήρι του με κρασί και το πίνει μονορούφι. Ξαφνικά σηκώνεται δυνατός αέρας που κάνει να χτυπήσουν τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα. Σηκώνεται αργά και τα κλείνει. Ξαναγεμίζει το ποτήρι με κρασί και το αδειάζει μονορούφι. Αναποδογυρίζει με λύσσα το τραπέζι. Σκοτάδι.

Οκτώβριος 27, 2007 Posted by | Σκηνές | 10 Σχόλια

Ο βοσκός των προβάτων – ΧΧΧVΙ

nature-0000740.jpgΥπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να ‘χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά, το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω.
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

Alberto Caeiro
(Fernando Pessoa)

Οκτώβριος 15, 2007 Posted by | Διάβασα | 11 Σχόλια

Λαβύρινθος

alice__entering_the_maze_by_soul_daemon.jpg

Ήτανε τάχα μπορετό για μια ψυχή ετούτο το ταξίδι; Μα θα ’τανε λέω, ψυχή μου, για να στέκω τώρα εδώ ν’ αναλογιούμαι.

Κουβάρι μπλέκονται οι μνήμες και δεν χωρίζω πια ποιο είναι τ’ όραμα και ποια είν’ η αλήθεια. Ήτανε κάτι λάμψεις στην αρχή, που σάστιζα απ’ το δέος. Κι έλεγα μ’ οδηγούσανε, σαν κείνο τ’ άστρο, ξέρεις, μα κείνες παίζανε κρυφτό. Άμαθη ήμουνα μαθές και πώς να στέρξω μιας τέτοιας ιστορίας το βωμό. Φοβήθηκα, καρδιά μου, τόσες φορές που χάθηκα και δεν βρέθηκε ένα χέρι να μου δείξει το δρόμο. Μα τώρα πια το ξέρω, είναι πράματα που τα μαθαίνει κανείς μόνος.

Πόσα λάθη, μάτια μου, αν τα μετρήσεις με τα δάκρυα θα γένουν λίμνη να πέσεις να πνιγείς. Μα όσο λυγούσα απ’ το φόβο, άκουα μια φωνή να λέει: –«Συνέχισε, μη σταματάς, προχώρα». Μα ‘ναι σκοτάδι και ουρλιάζουν τα σκυλιά. –«Μη στέκεσαι, προχώρα». Φυσάει, κρυώνω, που να πάω; –«Προχώρα». Τα πόδια μου πληγιάσανε, το αίμα δεν το βλέπεις; –«Περπάτα με τα χέρια». Μια μέρα, δυο, τρεις μήνες, πέντε χρόνια, ετσάκισα, μα προχωρούσα τσακισμένη.

Σαν έφτασα να δεις πώς έλαμπε το φως δυο βήματα πιο πέρα. Μ’ αλίμονο ήταν η πόρτα σφαλιχτή και το κλειδί από καιρό χαμένο. Κάπου στο δρόμο το ’χασα, μου το ’κλεψαν, ποτέ δεν θα το μάθω.

Μα το ’ξερα κι αυτό, πώς γυρισμό τούτη η διαδρομή δεν έχει.

Οκτώβριος 12, 2007 Posted by | Παραμύθια | 12 Σχόλια

Τον υπερούσιον τίκτει

red-woman.jpgΔιάτρητες πόρνες στα χρώματα της άνοιξης
η νύχτα στάζει αίμα
σφοδρός σαν θάνατος ο πόθος σου
γλύψε με
δως μου το σπέρμα σου
έχω ένα σύμπαν να γεννήσω.

Ο πόνος είναι ανθρώπινος
κακή σπορά της μήτρας
μισό φεγγάρι απόμακρο
άλλο μισό γαμήσι
κι ένας καθρέφτης για να κόψει τον λώρο
της άνανδρης γέννησης.

Δεν θ’ ασελγήσω σ’ άλλη λέξη.

Ορκίζομαι.

Οκτώβριος 8, 2007 Posted by | Ρίμες | 7 Σχόλια

Εμνήσθημεν ημερών αρχαίων

floating-girl.jpgΚι αν οι νεκροί εγκλωβίζουν τον πόνο σε μία μόνο χρονική στιγμή, αφήνοντας στη μνήμη το ελεύθερο να επιστρέφει όσο αντέχει, εκείνοι που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας μένουν καθηλωμένοι σ’ ένα ατέρμονο παρόν, για να ποτίζουν την πληγή κάθε στιγμή, πότε λάδι πότε ξύδι, σύμφωνα με τις ορέξεις της δικής τους μνήμης.

Τίποτ’ άλλο δεν λαχταρά η καρδιά, παρά έναν τόπο σταθερό για να πατήσει, να χτίσει την εξιλέωση.

Οκτώβριος 1, 2007 Posted by | Σκέψεις | 8 Σχόλια