Dreamerland

Σκέψεις, λέξεις, όνειρα…

Λαβύρινθος

alice__entering_the_maze_by_soul_daemon.jpg

Ήτανε τάχα μπορετό για μια ψυχή ετούτο το ταξίδι; Μα θα ’τανε λέω, ψυχή μου, για να στέκω τώρα εδώ ν’ αναλογιούμαι.

Κουβάρι μπλέκονται οι μνήμες και δεν χωρίζω πια ποιο είναι τ’ όραμα και ποια είν’ η αλήθεια. Ήτανε κάτι λάμψεις στην αρχή, που σάστιζα απ’ το δέος. Κι έλεγα μ’ οδηγούσανε, σαν κείνο τ’ άστρο, ξέρεις, μα κείνες παίζανε κρυφτό. Άμαθη ήμουνα μαθές και πώς να στέρξω μιας τέτοιας ιστορίας το βωμό. Φοβήθηκα, καρδιά μου, τόσες φορές που χάθηκα και δεν βρέθηκε ένα χέρι να μου δείξει το δρόμο. Μα τώρα πια το ξέρω, είναι πράματα που τα μαθαίνει κανείς μόνος.

Πόσα λάθη, μάτια μου, αν τα μετρήσεις με τα δάκρυα θα γένουν λίμνη να πέσεις να πνιγείς. Μα όσο λυγούσα απ’ το φόβο, άκουα μια φωνή να λέει: –«Συνέχισε, μη σταματάς, προχώρα». Μα ‘ναι σκοτάδι και ουρλιάζουν τα σκυλιά. –«Μη στέκεσαι, προχώρα». Φυσάει, κρυώνω, που να πάω; –«Προχώρα». Τα πόδια μου πληγιάσανε, το αίμα δεν το βλέπεις; –«Περπάτα με τα χέρια». Μια μέρα, δυο, τρεις μήνες, πέντε χρόνια, ετσάκισα, μα προχωρούσα τσακισμένη.

Σαν έφτασα να δεις πώς έλαμπε το φως δυο βήματα πιο πέρα. Μ’ αλίμονο ήταν η πόρτα σφαλιχτή και το κλειδί από καιρό χαμένο. Κάπου στο δρόμο το ’χασα, μου το ’κλεψαν, ποτέ δεν θα το μάθω.

Μα το ’ξερα κι αυτό, πώς γυρισμό τούτη η διαδρομή δεν έχει.

Οκτώβριος 12, 2007 Posted by | Παραμύθια | 12 Σχόλια

Χρονικό

wolf-warrior-logo.jpgΣυναντήθηκαν λίγο μετά τις έξι το απόγευμα, ακίνητοι ο ένας απέναντι στον άλλο σαν δυο σταγόνες νερό σε αλπικό τοπίο, δοκιμάζοντας προφανώς τις δυνάμεις και την υπομονή της σιωπής και του χρόνου.

Έπειτα από ένα απροσδιόριστο διάστημα, κατά το οποίο το σκηνικό μετεβλήθη αίφνης σε λογοτεχνικό αντίγραφο περασμένου υπεροπτικού τινός αιώνος, μια απειλητικά κενή νοήματος φράση ξεπήδησε από τα χείλη του και τράπηκε γρήγορα σε φυγή.

Το βλέμμα της προσπάθησε να την ακολουθήσει, με σκοπό να εντοπίσει τη σκοτεινή κρυψώνα της, ωστόσο, εκ φύσεως βραδυκίνητο και ρέμπελο καθώς ήταν, ξεστράτησε σύντομα στις περιφερόμενες χαίτες των γάτων που πραγματοποιούσαν τη βραδινή περιπολία.

Την κοίταξε, όπως λέγεται (όχι χωρίς λόγο), βαθιά στα μάτια, σε όσο βάθος εν πάση περιπτώσει διέθεταν οι ασύγχρονοι βολβοί της, και τότε συνέβη κάτι εντελώς απρόσμενο.

Ένα στεντόρειο όχι αντήχησε στον περιβάλλοντα χώρο, προκαλώντας ελαφρούς τριγμούς στο ξύλινο πάτωμα -καθώς και στα σατέν σεντόνια που χουζούρευαν ανέμελα στο παρακείμενο στρώμα- και μια έντονη μετασεισμική δραστηριότητα στη γύρω περιοχή.

Τα τελευταία πουλιά που είχαν ξεμείνει κάτω από το υπόστεγο από τον περασμένο χειμώνα πέταξαν βιαστικά προς τον ορίζοντα, ενώ το γοτθικό ουρλιαχτό ενός λύκου που φύλαγε (ή παραφύλαγε) το διπλανό βουνό έδωσε τέλος στην ηχητική παραφωνία που είχε επικρατήσει αυθάδικα τα τελευταία δευτερόλεπτα.

Παρ’ όλα αυτά, αδιευκρίνηστη παραμένει έως τη σήμερον η πηγή της φοβερής αυτής οχλοβοής, καθόσον τα χείλη και των δύο παρευρισκομένων παρέμειναν ερμητικά κλειστά, αρνούμενα πεισματικά να υποδείξουν τον καταφανή, υπό άλλες συνθήκες, ένοχο.

Ιουλίου 26, 2007 Posted by | Παραμύθια | 2 Σχόλια

Ο αστροπρίγκιπας

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας μικρός πρίγκιπας. Όχι ο γνωστός μικρός, ένας άλλος πιο μικρός.
Ο μικρός μας πρίγκιπας, που λέτε, ζούσε σε ένα παλάτι ξεχωριστό, ηλιοπλουμιστό και φεγγαρολουσμένο. Εκτός από την ομορφιά του, το παλάτι ξεχώριζε και για έναν άλλο λόγο: ήταν μαγικό. Γνώριζε το παλάτι τις σκέψεις των ανθρώπων που ζούσαν μέσα του και πραγματοποιούσε κάθε τους επιθυμία, κάθε εκφρασμένη ευχή, για μεγάλη, για μικρή, για κρυμμένη ή φανερή. Κι έτσι όσοι ζούσαν στο παλάτι ήταν πολύ ευτυχισμένοι.
Αλλά και οι υπήκοοι αυτού του βασιλείου ήταν πολύ ευτυχισμένοι, γι’ αυτό και ονομάζονταν Όλβιοι.
Οι Όλβιοι αγαπούσαν πολύ την βασιλική οικογένεια και πάντα τους ευλογούσαν στις προσευχές τους. Κι αυτό γιατί η βασιλική οικογένεια δεν έμοιαζε με τις άλλες που είχαν ακούσει για άλλα βασίλεια. Ήταν ξεχωριστή, σαν το παλάτι στο οποίο κατοικούσε. Ο βασιλιάς τους ήταν ο τελευταίος απόγονος και κληρονόμος μιας μακριάς σειράς βασιλιάδων που από πατέρα σε παππού και από παππού σε προπάππο, όσο πίσω στο χρόνο μπορούσαν να θυμηθούν οι Όλβιοι, ή να διαβάσουν στα βιβλία της ιστορίας του τόπου τους, έφεραν ένα γενετήσιο σημάδι –όχι σωματικό όμως, αλλά ψυχικό–, ένα εκ καταγωγής χαρακτηριστικό που δεν άλλαζε ποτέ: ήταν μεγαλόκαρδοι, ειλικρινείς και έντιμοι. Και η γυναίκα που διάλεγαν οι βασιλιάδες για να κάνουν βασίλισσά τους έφερε κι αυτή τα ίδια χαρακτηριστικά, γιατί μόνο τότε μπορούσαν να την ερωτευτούν (γιατί ξέχασα να σας πω, ότι στην Ολβία όλοι μα όλοι, βασιλιάδες κι αυλικοί, υπηρέτες και φτωχοί, όλοι παντρεύονταν από έρωτα και μόνο).
Έτσι λοιπόν, οι ευχές που έκαναν όσοι ζούσαν στο μαγικό παλάτι ήταν καλοπροαίρετες και σπλαχνικές, και αφορούσαν όλα τα πλάσματα που ζούσαν στην μακρινή εκείνη χώρα που την έλεγαν Ολβία.
Και ενώ όλοι, όπως θα έχετε ήδη καταλάβει, περνούσαν ζωή χαρισάμενη, μόνο ένας σε τούτο το βασίλειο δεν τιμούσε το όνομα του τόπου του, δεν ήταν δηλαδή ευτυχισμένος: ο μικρός μας πρίγκιπας. Μην φανταστείτε βέβαια ότι καθόταν όλη μέρα στο παλάτι και έκλαιγε ή ότι ξεχώριζε με κάποιον τρόπο από τους υπόλοιπους Όλβιους. Κάθε άλλο. Μια χαρά περνούσε ο μικρούλης μας πρίγκιπας, με τα παιχνίδια του και τα τραγούδια του, με τα μαθήματά του και τις σκανταλιές του, με τις ζωγραφιές του και τις βόλτες του στην εξοχή, και με τις παρέες του ακόμα με τα άλλα παιδιά του βασιλείου. Όμως την καρδούλα του έκαιγε ένας κρυφός πόθος, που δεν τον άφηνε να είναι ευτυχισμένος. Είχε ένα κρυφό μαράζι ο μικρός μας πρίγκιπας. Το κακό βέβαια είναι που ούτε ο ίδιος ήξερε τι ήταν αυτό που επιθυμούσε και δεν είχε, και έτσι δεν μπορούσε να εκφράσει την ευχή ώστε να την πραγματοποιήσει το παλάτι. Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, και όσο μεγάλωνε ο πρίγκιπάς μας τόσο μεγάλωνε και ο καημός του. Και ο πρίγκιπάς μας γινόταν όλο και πιο σκεπτικός και όλο και πιο απογοητευμένος.
Μια μέρα λοιπόν, ο πρίγκιπας αποφάσισε να πάει να συμβουλευτεί τον γέρο-σοφό της Ολβίας. Μια και δυο, πεζεύει το άλογό του –γιατί εν τω μεταξύ είχε γίνει ολόκληρο παλικάρι ο πρίγκιπάς μας, και όμορφο πολύ, σαν ρόδο της αυγής, και είχε δικό του ένα αστραφτερό λευκό άλογο– και ανεβαίνει το βουνό για να βρει την σπηλιά που κατοικούσε ο σοφός γέροντας στην κορφή του.
– «Καλημέρα γέροντα», χαιρέτησε το ευγενικό πριγκιπόπουλο μόλις μπήκε στη σπηλιά.
– «Καλημέρα γιε μου. Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει στο φτωχικό μου;» απάντησε ο γερο-σοφός.
– «Τη συμβουλή σου γέροντα, αν αγαπάς», είπε το πριγκιπόπουλο και κάθισε κοντά του δίπλα στη φωτιά.
Διηγήθηκε, λοιπόν, ο πρίγκιπάς μας στον γέρο σοφό για το μαράζι που του έκαιγε τα στήθια, για τις χαρές που δεν τον άφηνε να απολαύσει, για τις μέρες που τον έκανε να μελετάει τα σοφά βιβλία μήπως βρει κάποια λύση και για τις νύχτες που τον άφηνε άυπνο να παρατηρεί τ’ αστέρια προσμένοντας κάτι απροσδιόριστο που θα τον έκανε κι αυτόν να μοιάζει με τους άλλους Όλβιους, που θα τον έκανε κι αυτόν ευτυχισμένο.
Όταν τελείωσε τη διήγησή του, σήκωσε τα μάτια του να κοιτάξει τον γέροντα. Τον είδα να τον κοιτά με κατανόηση και να του χαμογελά συμπονετικά.
– «Είσαι τυχερός γιε μου, με μια τύχη σπάνια. Γιατί δεν είσαι εσύ απλός πρίγκιπας, είσαι αστροπρίγκιπας».
– «Αστροπρίγκιπας;» ξανάπε το πριγκιπόπουλο απορημένο. «Τι σημαίνει αυτό;»
– «Σημαίνει ότι σε σένα έλαχε να ορίσει η μοίρα κάτι, που το ορίζει σε άνθρωπο μια φορά στα χίλια χρόνια μόνο, αλλά τον κάνει τον πιο ευτυχισμένο απ’ όλους τους ανθρώπους, τον πιο ευτυχισμένο σε όλον τον πλανήτη.»
– «Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Τι είναι αυτό που μου όρισε η μοίρα, που το ορίζει σε άνθρωπο μια φορά στα χίλια χρόνια μόνο; Και πώς θα με κάνει τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο απ’ όλους τους ανθρώπους, τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο σε όλον τον πλανήτη, αφού εγώ δεν είμαι καν ευτυχισμένος σαν τους άλλους ανθρώπους; Και πώς γίνεται να είναι κάποιος πιο ευτυχισμένος από τους ευτυχισμένους;»
– «Γίνεται γιε μου, αλλά δεν μπορώ να στο εξηγήσω με λόγια πώς γίνεται. Όταν θα το νιώσεις, τότε θα καταλάβεις τι σου λέω. Αλλά για να έρθει εκείνη η στιγμή, θα πρέπει πρώτα να βρεις κάτι. Θα πρέπει να βρεις το αστέρι που γράφει πάνω τ’ όνομά σου.»
– «Τι λες γέροντα; Υπάρχει αστέρι που γράφει πάνω τ’ όνομά μου; Και πώς θα το βρω; Αφού δεν μπορώ να πάω στ’ αστέρια.»
– «Υπάρχει πρίγκιπά μου, υπάρχει ένα αστέρι που γράφει πάνω τ’ όνομά σου. Ξέρω ότι το όνομά σου είναι κρυφό και το ξέρεις μόνο εσύ. Σου το ψιθύρισαν οι μοίρες το βράδυ που ήρθαν να σε ράνουν, μωρό ακόμα λίγων ημερών στην κούνια σου. Χαράχτηκε τότε το όνομα στο μυαλό και στην καρδιά σου και δεν το ξέχασες ποτέ. Αλλά ξέρεις ότι δεν πρέπει να το φανερώσεις ποτέ και σε κανέναν. Αναρωτήθηκες ποτέ γιατί δεν πρέπει;»
– «Πολλές φορές», ψιθύρισε ο πρίγκιπας σαστισμένος, αφού δεν περίμενε ποτέ ότι κάποιος άλλος θα ήξερε για το κρυφό του όνομα. «Αλλά δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω.»
– «Για να μην το μάθουν τ’ αστέρια και σε ξεγελάσουν. Γιατί μόνο ένα αστέρι γράφει πάνω του το όνομά σου, χωρίς το ίδιο να το ξέρει. Και μόνο αν βρεις αυτό το αστέρι θα εκπληρωθεί η μοίρα σου και θα γίνεις ο πιο ευτυχισμένος απ’ όλους τους ανθρώπους, ο πιο ευτυχισμένος σε όλον τον πλανήτη. Αν σε ξεγελούσε κάποιο άλλο αστέρι που θα το έγραφε μόνο του πάνω του, τότε θα σταματούσες να ψάχνεις για εκείνο το ένα και μοναδικό αστέρι και θα γινόσουν πολύ δυστυχισμένος, ο πιο δυστυχισμένος απ’ όλους τους ανθρώπους, ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος σε όλον τον πλανήτη.»
– «Και πώς θα το βρω αυτό το αστέρι γέροντα;»
– «Θα σε βρει εκείνο γιε μου. Κάποια νύχτα τ’ αστέρια θα αρχίσουν να σε παίρνουν κοντά τους. Κι εσύ θα πρέπει να ψάχνεις πάνω τους για να βρεις κάπου χαραγμένο το κρυφό σου όνομα. Πρόσεξε όμως, κάθε νύχτα θα σε παίρνει κι από ένα αστέρι και θα σε επιστρέφει το πρωί. Αν το αστέρι έχει το όνομά σου, θα πρέπει να το βρεις στη διάρκεια αυτής της μίας νύχτας. Αλλιώς μετά θα είναι αργά. Θα την χάσεις την ευκαιρία για πάντα.»
– «Πώς θα προλάβω γέροντα μέσα σε μία μόνο νύχτα να ψάξω ένα ολόκληρο αστέρι; Μου φαίνεται αδύνατον. Μήπως υπάρχει κάποιο μυστικό να με βοηθήσει;»
– «Να μην χάσεις την πίστη σου ότι θα το βρεις, και να ψάχνεις με αγάπη. Αυτό μόνο μπορώ να σου πω γιε μου. Πήγαινε τώρα με την ευχή μου.»
Έφυγε τότε το πριγκιπόπουλο, αφού ευχαρίστησε τον γέρο σοφό, ανέβηκε στο άλογό του και άρχισε να κατηφορίζει αργά το βουνό. Ήταν πιο μπερδεμένο και σκεπτικό από ποτέ. «Πώς γίνεται να με πάρει ένα αστέρι;», σκεφτόταν. «Και πώς γίνεται να το ψάξω όλο μόνο μέσα σε μία νύχτα; Και τι σημαίνει να ψάχνω με αγάπη;»
Μέρες και νύχτες τα σκεφτόταν αυτά χωρίς να βρίσκει εξήγηση. Τις μέρες έψαχνε στα σοφά βιβλία μήπως βρει κάτι να τον βοηθήσει και τις νύχτες παρατηρούσε τ’ αστέρια περιμένοντας πότε θ’ αρχίσουν να τον παίρνουν κοντά του.
Μια νύχτα, λοιπόν, γλυκιά κι ευωδιαστή, ήσυχη κι ασύννεφη, συνέβη για πρώτη φορά. Ένα αστέρι έλαμψε για μια στιγμή πιο δυνατά από τα άλλα. Κι αυτή η μικρή στιγμή ήταν αρκετή για να τον μεταφέρει στον ουρανό, επάνω στο αστέρι.
Τα έχασε την πρώτη φορά ο πρίγκιπας. Το ταξίδι, αν και κράτησε μερικές μόνο στιγμές, του έκοψε την ανάσα. Η θέα από το αστέρι ήταν μαγευτική. Και ολόγυρά του επάνω στο αστέρι έβλεπε τέτοια ομορφιά που δεν πίστευε ότι θα μπορούσε ποτέ να δει ανθρώπου μάτι. Θυμήθηκε γρήγορα, όμως, τον σκοπό για τον οποίο ήταν εκεί και άρχισε να ψάχνει. Αλλά δεν ήξερε τι σημαίνει να ψάχνει με αγάπη και έκανε ό,τι μπορούσε να σκεφτεί. Έσκαβε το χώμα, ξερίζωνε τα λουλούδια, σήκωνε τις πέτρες. Η νύχτα τέλειωνε απελπιστικά γρήγορα και ο πρίγκιπας επέστρεφε σπίτι του χωρίς να έχει καταφέρει να βρει το όνομά του.
Κάθε νύχτα ο πρίγκιπάς μας έψαχνε κι από ένα αστέρι, και κάθε ημέρα σκεφτόταν τι είχε κάνει το προηγούμενο βράδυ. Σκεφτόταν μήπως έκανε κάποιο λάθος, σκεφτόταν μήπως έπρεπε ν’ ακολουθήσει άλλη τακτική, σκεφτόταν με ποιον τρόπο θα μπορούσε ν’ ανακαλύψει το χαραγμένο αστέρι. Σιγά-σιγά κατάλαβε ότι η μέθοδος που ακολουθούσε δεν ήταν καλή. Τα πονούσε τ’ αστέρια με τον τρόπο που έψαχνε. Κι αυτό σίγουρα δεν μπορούσε να σημαίνει ότι έψαχνε με αγάπη, αν και ένιωθε ότι τα αγαπούσε τ’ αστέρια που έψαχνε. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην τ’ αγαπάει; Του χάριζαν τόση ομορφιά, και ήταν τόσο υπομονετικά απέναντί του, δεν του παραπονέθηκαν ποτέ για ό,τι τους έκανε.
Άρχισε, λοιπόν, να αναλογίζεται τι σημαίνει αγάπη. Γιατί αν δεν έβρισκε το νόημα της αγάπης, πώς θα μπορούσε να ψάχνει με αγάπη ώστε να βρει το χαραγμένο αστέρι; Αναλογιζόμενος τις μέρες και πειραματιζόμενος τις νύχτες, ανακάλυψε ότι με κάποιους τρόπους τ’ αστέρια έμοιαζαν να ανταποκρίνονται σ’ αυτόν. Όταν τα περιποιόταν άνθιζαν πιο πολλά και πιο όμορφα λουλούδια, όταν τους μιλούσε γλυκά μαγευτικές ευωδιές πλημμύριζαν τον χώρο, όταν τους τραγουδούσε τα πουλιά κελαηδούσαν χαρούμενα απαντώντας στο κάλεσμά του.
Έτσι πέρασαν πολλές πολλές νύχτες. Ο πρίγκιπάς μας μάθαινε τι σημαίνει αγάπη και τι επίδραση έχει αυτή στ’ αστέρια, αλλά ακόμα δεν είχε βρει το χαραγμένο αστέρι. Μερικές φορές, τις ημέρες που τα αναλογιζόταν και τα μελετούσε όλα αυτά (γιατί τις νύχτες περνούσε πολύ όμορφα με τ’ αστέρια του και δεν σκεφτόταν τέτοια πράγματα), απελπιζόταν και νόμιζε ότι δεν θα βρει ποτέ το αστέρι που γράφει πάνω τ’ όνομά του. Θυμόταν όμως τον γέροντα που του είχε πει να μην χάσει ποτέ την πίστη του ότι θα βρει το χαραγμένο αστέρι και έδιωχνε αυτή τη σκέψη απ’ το μυαλό του.
Πράγματι, κάποια νύχτα, πιο γλυκιά και πιο ευωδιαστή, αλλιώτικη απ’ τις άλλες, ένα αστέρι έλαμψε πάλι δυνατά. Τα έχασε ο πρίγκιπας όταν έφτασε στο αστέρι. Κάτι διαφορετικό είχε αυτό το αστέρι από τα άλλα. Όλα τ’ αστέρια που είχε επισκεφτεί ήταν πολύ όμορφα, το καθένα με τη δική του μοναδική ομορφιά. Αλλά αυτό ξεχώριζε, μ’ έναν τρόπο που ο πρίγκιπας δεν μπορούσε να προσδιορίσει, ήταν όμως απόλυτα βέβαιος γι’ αυτό. Ακόμα και το ταξίδι του είχε φανεί διαφορετικό.
Αφού πέρασαν μερικά λεπτά, αρκετά για να συνέλθει ο πρίγκιπάς μας απ’ το σοκ που είχε πάθει, θυμήθηκε για ποιον λόγο βρισκόταν εκεί. Έπρεπε να ψάξει να βρει κάπου χαραγμένο το κρυφό όνομά του. Ήταν σίγουρος ότι αυτό το αστέρι ήταν το αστέρι που έψαχνε, το δικό του αστέρι.
Πανικοβλήθηκε μ’ αυτή τη σκέψη. Τι θα γινόταν τώρα; Τώρα που είχε βρει το αστέρι του, αν δεν πρόφταινε κατά τη διάρκεια της νύχτας να βρει το χαραγμένο του όνομα, τι θα γινόταν; Ξέχασε όσα είχε μάθει τόσο καιρό για την αγάπη και άρχισε να ψάχνει με αγωνία όπως την πρώτη φορά που βρέθηκε στον ουρανό. Το πλήγωνε το αστέρι. Κι αυτό πονούσε πολύ. Όμως, αντίθετα με τ’ άλλα αστέρια, αυτό ανταποκρινόταν στον πρίγκιπα σαν να του φερόταν με αγάπη. Γινόταν όλο και πιο όμορφο, όλο και πιο ευωδιαστό. Και τα κελαηδίσματα που έκαναν τα πουλιά, αχ εκείνα τα κελαηδίσματα…
Όταν κόντευε να ξημερώσει ο πρίγκιπας απελπισμένος σταμάτησε ό,τι έκανε. «Ψυχραιμία… και ειλικρίνεια…», σκέφτηκε. «Δεν γίνεται τόση γνώση από τόσες άκαρπες νύχτες να πάει χαμένη. Δεν γίνεται όσα έμαθα για την αγάπη να μην μπορούν τώρα, εδώ, να με βοηθήσουν. Δεν γίνεται τόση αγάπη, δική μου αγάπη, να μην κρύβει το μυστικό που θα λύσει τον γρίφο.» Αυτά σκέφτηκε και έκλεισε τα μάτια του. Ανέπνευσε βαθιά και άφησε τον εαυτό του ελεύθερο. Αφέθηκε να τον πλημμυρίσει όλη η αγάπη που είχε μαζευτεί τόσο καιρό μέσα του, ενισχυμένη ακόμα περισσότερο από την δυνατή ενέργεια που εξέπεμπε το δικό του αστέρι.
Όταν πια είχε γίνει όλος ένα με την αγάπη, ήξερε τι έπρεπε να κάνει. «Σ’ αγαπώ» ψιθύρισε, και άνοιξε τα μάτια του. Και τότε είδε. Είδε ότι όλα γύρω του έγραφαν το όνομά του. Τα λουλούδια, τα δέντρα, τα πουλιά, οι πέτρες, το χώμα, όλα… Όλα είχαν πάνω τους χαραγμένο το όνομά του. Ακόμα και τα γάργαρα νερά που κατρακυλούσαν απ’ τα βουνά τραγουδούσαν το όνομά του. Και από εκείνη τη στιγμή τίποτα, μα τίποτα στη ζωή του δεν θα ήταν πια το ίδιο. Και θα γινόταν ο πιο ευτυχισμένος απ’ όλους τους ανθρώπους, ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος σε όλον τον πλανήτη.

Απρίλιος 27, 2007 Posted by | Παραμύθια | 20 Σχόλια

Κέβρος και Νέτμε

ceuro-and-netme.jpgΔεν μπορούσε να δει τον Κέβρο και τη Νέτμε πουθενά.
Κι όμως, σύμφωνα με τον χάρτη, βρισκόταν στο σωστό μέρος, και ο χάρτης αποδείχτηκε αξιόπιστος ως τώρα.
Το έλεγξε για άλλη μια φορά, βρίζοντας δυνατά τα σύννεφα που έμοιαζαν να τρέχουν μπρος πίσω μπροστά απ’ τον ήλιο.
Αλλά κανένα σύννεφο δεν κινείται τόσο γρήγορα. Σήκωσε τα μάτια του και είδε τις φιγούρες του Κέβρου και της Νέτμε να διασχίζουν τον ουρανό.
«Είναι το κάτι άλλο, ε;»
Άκουσε τη φωνή πίσω του και γύρισε να δει έναν γέρο άντρα να τον κοιτάζει.
«Ποιος είσαι;», ρώτησε τον άντρα.
«Ένας ανόητος, πιθανόν όπως κι εσύ», απάντησε, «τι γυρεύεις εδώ;»
«Να μη σε νοιάζει, κοντοστούπη».
«Ένας κακότροπος ηλίθιος είσαι. Όπως ήμουν κι εγώ», είπε ο άντρας, μ’ ένα σαρδόνιο χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη του.
Υπήρχε κάτι άχρονο στο πρόσωπό του, οι ρυτίδες του σχημάτιζαν έναν χάρτη οδύνης τόσο προφανή που ήταν δύσκολο να αγνοηθεί.
«Ποιος είσαι;», ρώτησε πάλι.
«Είμαι αυτός που τους δημιούργησε. Αυτός που προσπάθησε να τους φυλακίσει και απέτυχε. Κάτσε, θα σου πω».

….

Ήταν τόσο όμορφη που πονούσε να την κοιτάς. Ήταν μια ακτίνα φωτός και το απαλό άγγιγμα του σκότους. Ήταν αστέρι δίχως ουρανό.
Εγώ ήμουν αρχιδικαστής και πανίσχυρος μάγος. Έτσι νόμιζα ότι θα ήταν εύκολο να την έχω, ότι θα κολακεύονταν να γίνει δική μου.
Με αρνήθηκε.
Δεν το σκέφτηκε καν, απλά με αρνήθηκε.
Κανείς δεν με είχε απορρίψει πριν, αλλά μάλλον δεν ήξερε ποιος ήμουν, κι έτσι της είπα.
Με αρνήθηκε πάλι.
Τυφλός από οργή, ακόμα δεν μπορούσα να σκεφτώ ότι της κάνω κακό.
Νόμιζα ότι εάν είχε την ευκαιρία να με γνωρίσει καλύτερα θα με αγαπούσε, οπότε την αλυσόδεσα στο έδαφος και έφτιαξα έναν όμορφο κήπο γύρω της, να ταιριάζει με την ομορφιά της.
Εάν μου στερούνταν αυτό που θεωρούσα δικό μου, κανένα ζωντανό πλάσμα δεν θα έπρεπε να είναι πιο τυχερό, γι’ αυτό και την καταράστηκα, ότι μόνο εκείνος που θα υπερέβαινε τον εαυτό του θα μπορούσε να την ελευθερώσει.

Ο Κέβρος ήταν ο μικρότερος γιος της Βασίλισσας Σελήνης, ένας θνητός, και μια μέρα βγήκε για κυνήγι με την παρέα του. Είχαν δει ένα πελώριο λευκό ελάφι και εισχώρησαν στο δάσος για να το ακολουθήσουν.
Μετά από λίγο, ο Κέβρος συνειδητοποίησε ότι είχε αφήσει τους άντρες του πίσω, και δεν έβλεπε πια τα ίχνη του ελαφιού.
Άρχισε να περιπλανάται, ωσότου συνάντησε τη Νέτμε, που πλενόταν στη λιμνούλα.
Τα φτερά της σχημάτιζαν κυματάκια στην επιφάνεια του νερού και τον κοιτούσε, με τα μάτια γεμάτα ικεσία και τα πόδια δεμένα στο έδαφος.
Προσπάθησε να την ελευθερώσει αλλά σύντομα διαπίστωσε ότι κανένα εργαλείο κατασκευασμένο από ανθρώπινο χέρι δεν ήταν ικανό να σπάσει τα χρυσά δαχτυλίδια της αιχμαλωσίας της.
Ο Κέβρος, όπως πολλοί πριν απ’ αυτόν, αποφάσισε να δοκιμάσει να σπάσει την κατάρα, και σκαρφάλωσε στην κορυφή του βράχου Νταρμάντουρ. Η δοκιμασία ήταν τόσο εύκολη να κατανοηθεί όσο και να αποτύχει: έπρεπε απλά να πηδήξει. Εάν πράγματι πίστευε στην αγάπη του για τη Νέτμε χωρίς να νοιάζεται για τη ζωή του, τότε εκείνη θα ελευθερωνόταν. Αλλιώς ο ίδιος θα πέθαινε. Τόσο απλά.
Τα νιάτα είναι μια τυφλή ψευδαίσθηση. Κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται ότι θα επιτύχουν σε οτιδήποτε επιχειρήσουν… Δεν δίστασε καν.
Η πτώση ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να μπορεί να μετρήσει τα κόκαλα όσων είχαν προσπαθήσει πριν απ’ αυτόν. Αρκετά μεγάλη ώστε να αρχίσει να αμφιβάλει για τον εαυτό του, μόλις πριν τσακιστεί στα βράχια.
Έπρεπε να τον σκότωνα τότε.
Ήταν ακόμη ζωντανός, ξέρεις. Μισοπεθαμένος μετά την τρομερή πτώση, αλλά όχι εντελώς. Όχι εντελώς.
Οι φίλοι του τον βρήκαν πριν αφήσει την τελευταία του πνοή και τον πήγαν γρήγορα στο κάστρο, όπου οι καλύτεροι θεραπευτές του βασιλείου πέρασαν μέρες και νύχτες προσπαθώντας να τον επαναφέρουν σ’ αυτόν τον κόσμο.
Και τα κατάφεραν.

Η Βασίλισσα του απαγόρευσε να επιστρέψει στη Νέτμε, και αποφάσισε να τον εμποδίσει να ξαναβγεί από το κάστρο χτίζοντας έναν μεγαλειώδες γυάλινο θόλο γι’ αυτόν, τον οποίο γέμισε με χρυσά έπιπλα, παγώνια και δώδεκα χορεύτριες που θα εκπλήρωναν οποιαδήποτε επιθυμία ήθελε.
Αλλά δεν ήθελε τίποτα.
Στεκόταν απλά εκεί, με τα μάτια καρφωμένα στο κενό, αρνούμενος να φάει, με την ψυχή του να μαραζώνει όλο και περισσότερο κάθε μέρα.
Στο τέλος η Βασίλισσα αναγκάστηκε να τον αφήσει ελεύθερο. Τον παρακολούθησε να φεύγει δεν άφησε ούτε ένα δάκρυ. Αλλά τα μαλλιά της άσπρισαν το ίδιο βράδυ, λένε…

Ξαναστάθηκε στην κορυφή του βράχου, ακίνητος. Και τότε κάτι θα πρέπει να γύρισε στο μυαλό του. Θα πρέπει να σκέφτηκε ότι ο θάνατος δεν είναι κάτι που προκαλεί φόβο όταν ήδη δεν ζεις. Θα πρέπει να αποφάσισε ότι δεν τον ένοιαζε πια. Πήδηξε.
Τον κοιτούσα, και είδα ότι δεν σταμάτησε καθόλου να την παρακολουθεί καθώς έπεφτε.
Εκείνη ούρλιαζε, και η φωνή της έμοιαζε με χιλίων αετών.
Τότε κάτι συνέβη. Είτε η πτώση του επιβραδύνθηκε ή ο χρόνος· ή ίσως να ήταν η καρδιά μου που σταμάτησε καθώς παρακολουθούσα το τέλος του Κόσμου μου.
Έβγαλε φτερά, τεράστια και επιβλητικά πουπουλένια φτερά, τα οποία μπορούσε να χρησιμοποιεί με τέτοια ευκολία και χάρη, σαν να είχε γεννηθεί με αυτά.
Οι αλυσίδες στους αστραγάλους της Νέτμε άνοιξαν και τον ακολούθησε. Χάθηκαν και οι δύο στο γαλάζιο.
Δεν έψαξαν καν για μένα, δεν προσπάθησαν καν να πάρουν εκδίκηση.
Αυτό είναι το χειρότερο. Η ευτυχία τους είναι τόσο περίκλειστη που δεν έχει χώρο για μένα εκεί, ούτε καν ως εχθρός.
Και τελικά, έχασα όλες τις δυνάμεις μου. Ίσως το ξέρουν… το πιθανότερο δεν νοιάζονται.
Μην τους ενοχλείς.
Δεν είσαι ευτυχισμένος και δεν πρέπει να χαλάσεις την τελειότητά τους.
Απλά φύγε.

Και μετά περίμενε ωσότου ο άλλος εξαφανιστεί, πριν να καρφώσει τα μάτια του στον ουρανό, για άλλη μια φορά.

 

Μετάφραση από εδώ

Φεβρουαρίου 7, 2007 Posted by | Παραμύθια | 4 Σχόλια