Dreamerland

Σκέψεις, λέξεις, όνειρα…

Ουράνιο τόξο

trapped_rainbow_by_pooky42.jpgΣτα ριζά ενός κόκκινου βράχου κάθεται ένας ηλικιωμένος. Έχει μπροστά του έναν οριζόντιο περιστρεφόμενο δίσκο που τον γυρίζει συνεχώς. Πλησιάζει ένας άντρας γύρω στα σαράντα κοιτώντας γύρω του. Ανοίγει έναν χάρτη, ψάχνει κάτι, τον ξανακλείνει, ξαναψάχνει γύρω του.

ΓΕΡΟΣ: Ψάχνεις κάτι νεαρέ;

ΑΝΤΡΑΣ: Ζεις χρόνια εδώ παππού;

ΓΕΡΟΣ: Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου.

ΑΝΤΡΑΣ: Υπήρχε μια σπηλιά εδώ, έτσι δεν είναι; Έχω να έρθω από παιδί βέβαια, αλλά το μέρος δεν έχει αλλάξει καθόλου. Είμαι βέβαιος ότι ήταν εδώ.

ΓΕΡΟΣ: Όλα αλλάζουν νεαρέ. Ακόμα κι όταν φαίνονται ίδια.

ΑΝΤΡΑΣ: Μα ακόμα κι αυτός ο κόκκινος βράχος. Δεν υπάρχει άλλος τέτοιος στην περιοχή.

ΓΕΡΟΣ: Γιατί την ψάχνεις τη σπηλιά;

ΑΝΤΡΑΣ: Άφησα κάτι και γύρισα να το πάρω. Έκανα μεγάλο ταξίδι για να ’ρθω μέχρι εδώ. Δεν το πιστεύω ότι ήταν άδικος κόπος.

ΓΕΡΟΣ: Και περιμένεις μετά από τόσα χρόνια να ξαναβρείς ό,τι άφησες στην ίδια θέση;

ΑΝΤΡΑΣ: Είχα μια ελπίδα. Τι είναι αυτό; Βλέπεις κάτι συγκεκριμένο εκεί μέσα;

ΓΕΡΟΣ: Αν κάτι συγκεκριμένο θέλεις να δεις.

ΑΝΤΡΑΣ: Δηλαδή;

ΓΕΡΟΣ: Τι άφησες στη σπηλιά σου;

ΑΝΤΡΑΣ: Έναν χρωματιστό βώλο.

ΓΕΡΟΣ: Για έναν βώλο έκανες τόσο ταξίδι;

ΑΝΤΡΑΣ: Ήτανε δώρο του παππού μου. Ήμουν στα 5 όταν μου τον χάρισε. ‘Βλέπεις τα χρώματα;’ μου είπε, ‘αυτά θα σου δείχνουν πάντα το δρόμο’. Κι ήξερα τότε τι εννοούσε. Όταν πέθανε ο παππούς έθαψα τον βώλο μου στη σπηλιά και δεν επέστρεψα. Μα τώρα πρέπει να ξαναβρώ τα χρώματα. Καταλαβαίνεις;

ΓΕΡΟΣ: Ένα ουράνιο τόξο στα βάθη μιας σκοτεινής σπηλιάς. Δύσκολο πράμα.

ΑΝΤΡΑΣ: Ουράνιο τόξο, ναι. Έτσι έμοιαζε. Πριν ξεκινήσω τ’ ονειρεύτηκα. Ήμουν στην άκρη του κι ήθελα να το διασχίσω, μα όλο έχανα το βήμα μου και σκόνταφτα και δεν μπορούσα ν’ ανέβω πάνω του. Ένα ολόκληρο ουράνιο τόξο, εκεί μπροστά στα πόδια μου, κι εγώ έκανα σβούρες γύρω του. Είναι φαίνεται της μοίρας μου να κάνω κύκλους γύρω απ’ τον εαυτό μου και να μη φτάνω πουθενά.

ΓΕΡΟΣ: Που θες να φτάσεις;

ΑΝΤΡΑΣ: Τι σημασία έχει; Ό,τι κι αν θέλω πάντα ξεφεύγει. Κουράστηκα… Τι βλέπεις εκεί μέσα τέλος πάντων;

ΓΕΡΟΣ: Όσα ξεφεύγουν. (σταματάει να περιστρέφει τον δίσκο και τον κοιτάζει) Δε θα βρεις εδώ αυτό που ψάχνεις. Η σπηλιά έχει γκρεμίσει από χρόνια.

Ο άντρας πέφτει εξουθενωμένος δίπλα στον γέρο κι ακουμπά την πλάτη του στο βράχο.

ΑΝΤΡΑΣ: (σαν παραπονεμένο παιδί) Γύρνα το πάλι παππού, γύρνα το πάλι… Θέλω κι εγώ να δω τη ζωγραφιά στο κέντρο…

Φεβρουαρίου 22, 2008 Posted by | Σκηνές | Σχολιάστε

Όλα ή τίποτα

loneliness.jpgΜεταβατικά πριν από κάθε σκηνή ακούγεται το Wild is the wind

Σκηνή 1η
Δωμάτιο γηροκομείου. Ένα κρεβάτι, ένα τραπεζάκι και δυο καρέκλες. Βράδυ.

Γιαγιά: (αφηρημένα) Τόσα χρόνια τον ρωτάω κάθε βράδυ.
Στράτος: Ποιον γιαγιά;
Γιαγιά: Κάθε βράδυ η ίδια ερώτηση.
Στράτος: Τι ρωτάς; Ποιον;
Γιαγιά: (σα να επιστρέφει στην πραγματικότητα) Τίποτ’ αγόρι μου. Τον κανένα. Τον αγέρα.
Στράτος: Και περιμένεις απάντηση απ’ τον αέρα;
Γιαγιά: Κάθε βράδυ.

(παύση)

Στράτος: Και δεν βαρέθηκες να περιμένεις γιαγιά;
Γιαγιά: Τα ψέματα βαρέθηκα, όχι να περιμένω.

Σκηνή 2η
δρόμος, σούρουπο

Βαγγέλης: Δεν σε καταλαβαίνω.
Στράτος: Τι δεν καταλαβαίνεις ρε ξάδερφε;
Βαγγέλης: Γιατί έπρεπε οπωσδήποτε να βγούμε έξω; Τα σιχαίνομαι τα εστιατόρια. Όλο βρωμιές και τόσος κόσμος… Γιατί να μην πάμε σπίτι μου;
Στράτος: Ρε Βαγγέλη τάπαμε, πάλι θα τα λέμε; Γριά γυναίκα είναι, ολομόναχη, κλεισμένη κειμέσα… Όχι ποια είναι η διασκέδασή της; Για πες. Βόλτα στον κήπο με τη μαγκούρα και ξερή μέχρι τις 10; Και μετά συσκότιση, σα φυλακή. Μια μέρα το χρόνο έχει κι αυτή η φουκαριάρα να βγει λίγο έξω, να δει κόσμο…
Βαγγέλης: Όταν είσαι με το ένα πόδι στον τάφο δεν γιορτάζεις γενέθλια.
Στράτος: Μην είσαι τέτοιος ρε. Και στο κάτω κάτω, δεν σε ζόρισε κανείς. Αφού δε γούσταρες γιατί το υποσχέθηκες;
Βαγγέλης: Τη λυπήθηκα…
Στράτος: Ε τότε κόψε τη μουρμούρα και προχώρα.

(προχωρούν για λίγο σιωπηλοί, σταματούν πάλι)

Στράτος: Εσύ τι θα ’κανες στη θέση της;
Βαγγέλης: Τι εννοείς;
Στράτος: Αν ήσουν κλεισμένος σ’ ένα γηροκομείο και δεν είχες τίποτα να περιμένεις.
Βαγγέλης: Δεν ξέρω, δεν το έχω σκεφτεί.
Στράτος: Εγώ δεν θ’ άντεχα.
Βαγγέλης: Θ’ αυτοκτονούσες;
Στράτος: Μπορεί. Απ’ το να περιμένω το θάνατο…
Βαγγέλης: Θυμάμαι τη γιαγιά που έλεγε πως όταν η ψυχή λυσσάει και βγαίνει απ’ το σώμα πριν την ώρα της γίνεται ξερόδεντρο και σπάει με τον αέρα και χύνει μαύρο αίμα κι ουρλιάζει απ’ τους πόνους αλλά κανείς δεν απαντάει στις φωνές της.
Στράτος: Μαλακίες. Λόγια των παπάδων να τρομάζουν τους ανόητους.

(προχωρούν για λίγο σιωπηλοί, σταματούν)

Στράτος: Νάτη, έρχεται.
Βαγγέλης: Η γιαγιά πιστεύει ότι η ζωή είναι ωραία με τα όλα της. Μην της το χαλάσεις σήμερα με τέτοιες κουβέντες…

Σκηνή 3η
Στο σπίτι του Βαγγέλη. Το δωμάτιο μοιάζει πολύ με το δωμάτιο του γηροκομείου. Βράδυ.
Ο Βαγγέλης κάθεται τραπέζι. Μπροστά του ένα πιάτο με φαγητό, μια φρατζόλα ψωμί, ένα μπουκάλι κρασί κι ένα άδειο ποτήρι. Κόβει το ψωμί σε μικρές μικρές μπουκιές. Γεμίζει όλο το τραπέζι μ’ αυτές. Όταν τελειώνει γεμίζει το ποτήρι του με κρασί και το πίνει μονορούφι. Ξαφνικά σηκώνεται δυνατός αέρας που κάνει να χτυπήσουν τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα. Σηκώνεται αργά και τα κλείνει. Ξαναγεμίζει το ποτήρι με κρασί και το αδειάζει μονορούφι. Αναποδογυρίζει με λύσσα το τραπέζι. Σκοτάδι.

Οκτώβριος 27, 2007 Posted by | Σκηνές | 10 Σχόλια

Ο καθρέφτης

man-woman.jpg

Σκηνή 1η – 1960

Προθάλαμος γραφείου διευθυντή γυμνασίου. Η Στέλλα κοιτάζεται συνεχώς στον καθρέφτη γυρνώντας ελάχιστες φορές να κοιτάξει τον Νίκο. Ο Νίκος κάθεται σε μια πολυθρόνα κοιτώντας έξω από το παράθυρο.

Στέλλα: Γεια, με λένε Στέλλα.

Νίκος: Γεια.

Στέλλα: Εσένα;

Νίκος: Τι;

Στέλλα: Πώς σε λένε;

Νίκος: Έχει σημασία;

Στέλλα: Κουβέντα να γίνεται ρε παιδί μου. Ντάξει άμα δε θες μη λες. Απλά έλεγα όσο περιμένουμε ευκαιρία να γνωριστούμε. Δεν σ’ έχω ξαναδεί. Στην τρίτη πας; Εγώ στη δευτέρα.

Νίκος: Κι εγώ.

Στέλλα: Αλήθεια; Πώς και δεν σ’ έχω ξαναδεί; Μεγαλοδείχνεις ε; Κι εγώ το ίδιο, έτσι μου λένε. Κι ότι είμαι όμορφη μου λένε. Εσύ πώς με βρίσκεις;

Νίκος: Καλή είσαι.

Στέλλα: Μόνο καλή; Τέλος πάντων. Δεν μιλάς πολύ ε; Μα τι έχει εκεί έξω και κοιτάς συνέχεια;

Νίκος: Στον καθρέφτη τι έχει;

 

Σκηνή 2η – 1980

Στον ίδιο χώρο.

Στέλλα: Το φανταζόσουν ότι θα ξαναμπαίναμε εδώ μέσα;

Νίκος: Όχι.

Στέλλα: Θυμάσαι τότε; Με είχες εκνευρίσει τόσο πολύ που δεν μου έδινες σημασία.

Νίκος: Είχα αλλού το μυαλό μου.

Στέλλα: Αλήθεια, δεν μου είπες ποτέ τι κοιτούσες από το παράθυρο.

Νίκος: Το μέλλον.

Στέλλα: Και τι είδες;

Νίκος: Σύννεφα. (γελούν) Εσύ βρήκες αυτό που γύρευες στον καθρέφτη;

Στέλλα: Για λίγο, αλλά το έχασα γρήγορα.

Νίκος: Δεν κατάλαβα.

Στέλλα: Κοίτα. Έλα δίπλα μου, κοίτα στον καθρέφτη. Τι βλέπεις;

Νίκος: Εμένα… εσένα… εμάς.

Στέλλα: Κατάλαβες τώρα;

 

Σκηνή 3η – 2000

Στον ίδιο χώρο.

Στέλλα: Να ‘μαστε πάλι εδώ.

Νίκος: Ότι θα με καλούσαν εδώ μέσα για τα παιδιά μου, αυτό κι αν δεν το φανταζόμουν ποτέ.

Στέλλα: Πώς τα φέρνει η ζωή ε; Αν δεν είχαμε έρθει στη συγκέντρωση αποφοίτων δεν θα ξανασμίγαμε. Όταν σε είδα δεν μπορούσα να το πιστέψω. Δεν περίμενα με τίποτα ότι θα ερχόσουν. Τόσο απόμακρος, τόσο μυστηριώδης! Ο ωραίος του σχολείου!

Νίκος: Ποιος ωραίος μωρέ;

Στέλλα: Καλά δεν κατάλαβες ποτέ ότι όλα τα κορίτσια του σχολείου ήταν ερωτευμένα μαζί σου;

Νίκος: Με μένα;

Στέλλα: Ναι. Κι εγώ μαζί.

Νίκος: Αφού δεν με ήξερες.

Στέλλα: Σε ήξερα. Έπαιζα θέατρο εκείνη την ημέρα που γνωριστήκαμε. Φοβόμουν ότι θα προδοθώ αν στο έδειχνα. Και φυσικά ούτε που ήλπιζα ότι θα γυρνούσες να με κοιτάξεις.

Νίκος: Αλλά σε κοίταξα και σε παρακοίταξα ε; Παράπονο δεν έχεις…

Η Στέλλα γυρίζει και κοιτάζει στον καθρέφτη χωρίς να απαντήσει.

 

Σκηνή 4η – 2020

Στο σαλόνι του σπιτιού τους. Η Στέλλα πετάει ένα βάζο και σπάει τον καθρέφτη που βρίσκεται πάνω από το τζάκι. Ο Νίκος την κοιτάζει τρομαγμένος. Γυρίζει και τον κοιτάζει τρελή από θυμό.

Στέλλα: Τέρμα οι καθρέφτες. Εγώ κι εσύ τώρα!

 

Σκηνή 5η – 2040

Στο σαλόνι του σπιτιού τους συνομιλούν τα παιδιά τους, περίπου 55 χρονών, μαυροφορεμένα.

Γιώργος: Το περίμενες αυτό;

Ελένη: Που να το περιμένω; Είχαν να μιλήσουν 20 χρόνια.

Γιώργος: Εντάξει, μεγάλοι άνθρωποι, ώρα τους ήταν. Αλλά έτσι; Μ’ αυτόν τον τρόπο;

Ελένη: Γιατί δεν μας είπαν τίποτα; Το Σάββατο μίλησα με τον μπαμπά και τον άκουσα μια χαρά. Σε σένα έδειξε τίποτα;

Γιώργος: Απολύτως τίποτα. (παύση) Θα πρέπει να το είχαν οργανώσει από καιρό. Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται από τη μια στιγμή στην άλλη.

Ελένη: Κι όλ’ αυτά για να φύγουν μαζί. Δεν το καταλαβαίνω. Αφού μισιούνταν.

Γιώργος: Δεν μισιούνταν. Έβλεπε ο ένας τον εαυτό του στον άλλο. Αυτό δεν άντεχαν.

 

Ιουνίου 22, 2007 Posted by | Σκηνές | 21 Σχόλια

Εξάρτηση

black_painting_m.jpg– Γιατί τον έβαλες αυτόν τον μαύρο πίνακα;

– Δεν είναι μαύρος. Άσπρος είναι.

– Γι’ αυτόν εδώ σου λέω, τον μαύρο.

– Άσπρος είναι!

– Είσαι τρελή παιδί μου; Δεν βλέπεις ότι είναι μαύρος;

– Τον βλέπω. Και καταλαβαίνω γιατί τον βλέπεις μαύρο. Εγώ όμως ξέρω ότι είναι άσπρος.

– Ε είσαι τρελή!

– Είμαι. Το επέλεξα και δεν το αλλάζω…

 

she-watches-with-heart-and-eyes.jpg

– Το έμαθες; Ο Χ. πέθανε.

– Α ωραία! Χαίρομαι που θα ’ρθει. Μου έλειψε.

– Δεν μ’ άκουσες. Δεν θα ’ρθει. Πέθανε.

– Σ’ άκουσα. Πάω να ετοιμάσω φαγητό. Θα πεινάει.

– Είσαι καλά; Καταλαβαίνεις τι σου λέω;

– Καταλαβαίνω. Εγώ θα περιμένω…

 

 

 

«Όταν συνειδητά επιλέγεις μια εξάρτηση είναι μια επιλογή σαν όλες τις άλλες…

σε πάει μπροστά, σε πάει πίσω, δεν έχει σημασία, σημασία έχει ότι κάπου σε πάει….»

Μαΐου 26, 2007 Posted by | Σκέψεις, Σκηνές | 10 Σχόλια

Η πανοπλία

lakelovers.jpgΣκηνή 1 – 2010 – εκείνος 80 ετών, εκείνη 70
Άδεια σκηνή. Μια πανοπλία στον τοίχο.
Ο παππούς περπατά δύσκολα και σε κάθε βήμα επαναλαμβάνει με παράπονο

Άντρας: Δεν μπορώ…
Κάνει ένα βήμα.
Άντρας: Δεν μπορώ…
Κάνει ένα βήμα.
Άντρας: Δεν μπορώ…
Η γιαγιά δεν μιλά, απλά τον συνοδεύει αλά μπρατσέτα.
Σκοτάδι.

Σκηνή 2 – 1990 – εκείνος 60 ετών, εκείνη 50
Ίδιος χώρος. Έχει προστεθεί μια κρεβατοκάμαρα.
Γυναίκα: Τι θέλεις επιτέλους; Μου ’χεις φάει τα συκώτια με τη γκρίνια.
Άντρας: Να φύγεις θέλω. Να με παρατήσεις στην ησυχία μου. Βαρέθηκα.
Γυναίκα: Θα σε παρατήσω βρε. Να πεθάνεις μαγκούφης εδώ μέσα και να μην το καταλάβει κανείς. Να σε βρουν από τη μπόχα.
Άντρας: Αμ δεν θα σου κάνω τη χάρη. Εγώ δεν θα πεθάνω ποτέ. Θα ζήσω για πάντα και θα παλεύω μ’ ανεμόμυλους. Έτσι για να σ’ εκνευρίζω.
Γυναίκα: Ναι, η πανοπλία σου ’λειπε μόνο τρομάρα σου. Αλλά έτσι ήσουν πάντα, ονειροπαρμένος.
Άντρας: «Καληνύχτα, καληνύχτα. Αυτή η πίκρα του χωρισμού έχει μια γλύκα τόση, που καληνύχτα θα σου λέω μέχρι να ξημερώσει».
Γυναίκα: Άντε βρε, Ρωμαίε της δεκάρας, κλείσε το φως να κοιμηθούμε.
Σκοτάδι.

Σκηνή 3 – 1970 – εκείνος 40 ετών, εκείνη 30
Ίδιος χώρος. Ο άντρας ξαπλωμένος, η γυναίκα γονατιστή δίπλα του.
Γυναίκα: Όλα θα πάνε καλά. Αυτό ήταν. Πέρασε. Μη φοβάσαι τίποτα.
Άντρας: Δεν φοβάμαι.
Γυναίκα: Εγώ φοβήθηκα. Πολύ. Ότι θα μ’ αφήσεις μόνη.
Άντρας: Εγώ; Ποτέ. Στο υποσχέθηκα, θυμάσαι; «Εμείς δεν θα πεθάνουμε μαζί, θα ζήσουμε μαζί». Κι ένας ιππότης δεν αθετεί ποτέ τον λόγο του.
Γυναίκα: Πότε θα σταματήσεις να κυνηγάς ανεμόμυλους;
Σκοτάδι.

Σκηνή 4 – 1950 – εκείνος 20 ετών, εκείνη 10
Άδειος χώρος.
Το κοριτσάκι κουλουριασμένο στο πάτωμα με σκισμένα ρούχα. Το αγόρι μπαίνει τρέχοντας σαν κυνηγημένο.
Αγόρι: Μη φωνάξεις. Σε παρακαλώ. Δεν θα σε πειράξω. (παύση) Πώς σε λένε; (παύση) Με φοβάσαι;
Το κορίτσι γνέφει αρνητικά.
Αγόρι: Τότε γιατί δεν μου λες τ’ όνομά σου; (παύση) Καλά, αφού δεν θέλεις μη μου λες. (παύση) Μόνη σου είσαι εδώ;
Το κορίτσι γνέφει καταφατικά.
Αγόρι: Οι γονείς σου που είναι; (μεγάλη παύση) Μη φοβάσαι. Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;
Το κορίτσι γνέφει αρνητικά.
Αγόρι: Είμαι ένας ιππότης.
Κορίτσι: Ιππότης;
Αγόρι: Ναι.
Κορίτσι: Και που είναι η πανοπλία σου;
Αγόρι: Την έχω κρύψει για να μην με καταλάβουν οι εχθροί.
Κορίτσι: Αυτοί σε κυνηγούσαν;
Αγόρι: Ναι, για να με εμποδίσουν να σε βρω. Δεν ξέρω αν το ξέρεις, αλλά στην πραγματικότητα είσαι μια μικρή πριγκίπισσα που έχει χαθεί και στο βασίλειό σου σε ψάχνουν. Με ’στειλαν να σε σώσω.
Κορίτσι: Εγώ; Πριγκίπισσα;
Αγόρι: Εσύ, ναι. Τι; Δεν με πιστεύεις; Ένας ιππότης δεν λέει ποτέ ψέματα. Στις προσταγές σου κυρά μου.
Σκοτάδι.

Μαΐου 25, 2007 Posted by | Σκηνές | 9 Σχόλια

Το εξώπλατο

inner_daemons2.jpgΈνας άντρας ντυμένος στα μαύρα και μια γυναίκα με μακρύ, κόκκινο, αισθησιακό φόρεμα με βαθύ εξώπλατο. Αγγίζονται συνεχώς και λικνίζονται, σχεδόν χορεύουν, σε ρυθμούς αισθησιακούς με αυξανόμενη ένταση.

Άντρας: Στο ’χα υποσχεθεί.

Γυναίκα: Άργησες πολύ.

Άντρας: Μόνο μια στιγμή.

Γυναίκα: Πόση απαντοχή.

Άντρας: Γόνιμο κορμί.

Γυναίκα: Λαχταρά ηδονή.

Άντρας: Νέα εποχή.

Και οι δύο ταυτόχρονα: Δικιά μου.

Σταματούν.

Γυναίκα: Κι η τιμωρία;

Ο άντρας στρέφει τη γυναίκα και διατρέχει με το χέρι του τη γυμνή της πλάτη, σταματώντας στο χαμηλότερο σημείο.

Άντρας: Χόρτασε πια ο Κρόνος. Το τελευταίο παιδί θυσιάστηκε ακριβώς εκεί, που ναυαγούν οι ουτοπίες.

(Εμπνευσμένο από το ποίημα «Δαιμονολόγιο» του Μίλτου Σαχτούρη)

Μαΐου 16, 2007 Posted by | Σκηνές | 6 Σχόλια

Το σκουφί

ghost_on_bench_beaches.jpgΣκηνή 1η

Ημίφως.

Σε ένα παγκάκι του δρόμου κάθονται μια γυναίκα κι ένας άντρας.

Γυναίκα: Ταξιδεύετε μόνος;

Άντρας γνέφει καταφατικά.

Γυναίκα: Κι εγώ. (μεγάλη παύση) Δεν είναι κουραστικό;

Άντρας γνέφει καταφατικά.

Γυναίκα: Έτσι νομίζω κι εγώ. (μεγάλη παύση) Λοιπόν, όπως φαίνεται δύο είναι οι λύσεις: ή θα εγκαταλείψουμε το ταξίδι ή θα συνεχίσουμε παρέα, δεν νομίζετε;

Άντρας: Δεν φοβάστε;

Γυναίκα: Πώς, φοβάμαι, αλλά ένας άνθρωπος πρέπει να ξεπερνά τους φόβους του, δεν νομίζετε; Έτσι έλεγε πάντα ο μπαμπάς.

Άντρας: Έτσι έλεγε.

Γυναίκα: Λοιπόν; τι λες; συνεχίζουμε;

Ο άντρας σηκώνεται και βγάζει τον σκούφο του.

Σκοτάδι.

 

Σκηνή 2η – (5 λεπτά αργότερα)

Σκοτάδι.

Ακούγεται μια κραυγή.

Μια λάμπα του δρόμου φωτίζεται.

Από κάτω στέκεται ο άντρας.

Ένας δεύτερος άντρας έρχεται τρέχοντας και σταματά μπροστά στον πρώτο.

Άντρας 2: Γιατί το έκανες αυτό;

Άντρας 1: Δεν άντεχα άλλο το σκοτάδι.

Ο δεύτερος άντρας βγάζει τον σκούφο του και παίρνει θέση δίπλα στον πρώτο άντρα.

Άντρας 2: Και τώρα;

Άντρας 1: Περιμένουμε την πληρωμή.

Σκοτάδι.

 

Σκηνή 3η – (1 χρόνο μετά)

Κάτω από την αναμμένη λάμπα ο δεύτερος άντρας με τον σκούφο στο κεφάλι του.

Ο πρώτος άντρας και η γυναίκα κάθονται στο παγκάκι, με τον σκούφο του άντρα ανάμεσά τους.

Άντρας 1: Εδώ δεν ήταν;

Άντρας 2: Εδώ.

Γυναίκα: Εδώ.

Άντρας 1: Σε αυτό ακριβώς το σημείο. Καθόλου δεν έχει αλλάξει…

Άντρας 2: Που είναι η πληρωμή;

Άντρας 1: Χτες δεν ήταν;

Άντρας 2: Χτες.

Γυναίκα: Σαν χτες.

Άντρας 1: Σαν χτες. Σαν αύριο. Τίποτα δεν έχει αλλάξει…

Άντρας 2: Που είναι η πληρωμή;

Άντρας 1: Δεν φταίω εγώ, με εξαπάτησαν.

Γυναίκα: Κι εμένα. Δεν φοβόμαστε όμως πια, έτσι δεν είναι;

Άντρας 1: Όχι, εγώ όχι. (παύση) Μόνο…

Άντρας 2: Το σκοτάδι…

Σκοτάδι.

Μαΐου 2, 2007 Posted by | Σκηνές | 2 Σχόλια

Δυο λέξεις

long-road.jpgΟδός Ιπποκράτους σε ώρα αιχμής.

Ένα ανδρόγυνο υπερηλίκων περπατά στο πεζοδρόμιο.

Ο παππούς προχωρά δύσκολα και σε κάθε βήμα επαναλαμβάνει με παράπονο μικρού παιδιού δυο μόνο λέξεις.

ένα βήμα…

«Δεν μπορώ…»

ένα βήμα…

«Δεν μπορώ…»

ένα βήμα…

«Δεν μπορώ…»

Η γιαγιά δεν μιλά, απλά τον συνοδεύει υπομονετικά.

Φεβρουαρίου 23, 2007 Posted by | Σκηνές | 14 Σχόλια